βύζην

βύζην, Adv.
A close pressed, closely,

β. κλείειν Th.4.8

, cf. Arr.An.2.20.8, App.Pun.123, etc.;

β. ὠστιζόμενοι Luc.Lex.4

;

τὰ β. συνεστηκότα στίφη Ph.2.382

.
II = ἁθρόως (cf. Erot.), Hp.Nat.Puer.15, Mul.1.5.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βύζην — επίρρ. (Α) στενά, πυκνά, σφιχτά. [ΕΤΥΜΟΛ. < *βυσδην < (θ.) βυσ τού αορ. έβυσα + (επιρρ. κατάλ.) δην] …   Dictionary of Greek

  • βύζην — close pressed indeclform (adverb) βύζω to be frequent pres inf act (doric aeolic) βύ̱ζην , βῦζα fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βύζην — Βύζης masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • b(e)u-2, bh(e)ū̆- —     b(e)u 2, bh(e)ū̆     English meaning: to swell, puff     Deutsche Übersetzung: “aufblasen, schwellen”     Note: Explosive sound of the inflated cheek, like pu , phu see d .; running beside primeval creation crosses the sound lawful… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • κλείνω — (AM κλείω, Μ και κλείνω, Α ιων. τ. κληΐω, παλ. αττ. τ. κλῄω, δωρ. τ. κλάῳ και κλᾴζω) 1. (μτβ. και αμτβ.) δημιουργώ φραγμό για να εμποδίσω την είσοδο ή την έξοδο, κάνω κάτι να παύσει να είναι ανοιχτό, κλείνω, κλειδώνω, σφαλώ (α. «κλείνω το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.